Definition
▶
παράθυρο
paráthyro
Το παράθυρο είναι μια ανοιχτή ή κλειστή επιφάνεια σε τοίχο που επιτρέπει την είσοδο φωτός και αέρα σε ένα δωμάτιο.
A window is an opening or a structure in a wall that allows light and air to enter a room.
▶
Άνοιξα το παράθυρο για να μπει φρέσκος αέρας.
I opened the window to let fresh air in.
▶
Το παράθυρο του σαλονιού είναι πολύ μεγάλο και φωτεινό.
The living room window is very large and bright.
▶
Πρέπει να κλείσουμε το παράθυρο γιατί κάνει κρύο έξω.
We need to close the window because it is cold outside.