Definition
▶
όμορφος
omorfos
Το 'όμορφος' αναφέρεται σε κάτι ή κάποιον που είναι ευχάριστος στην όψη ή τη μορφή του.
The word 'όμορφος' refers to something or someone that is pleasant in appearance or form.
▶
Η θάλασσα είναι πολύ όμορφη σήμερα.
The sea is very beautiful today.
▶
Φ wore ένα όμορφο φόρεμα στην εκδήλωση.
She wore a beautiful dress at the event.
▶
Ο κήπος τους είναι γεμάτος από όμορφα λουλούδια.
Their garden is full of beautiful flowers.