Definition
▶
αγαπώ
agapo
Η αγάπη είναι ένα ισχυρό συναίσθημα προσκόλλησης και στοργής προς κάποιον ή κάτι.
Love is a strong feeling of attachment and affection towards someone or something.
▶
Αγαπώ την οικογένειά μου περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
I love my family more than anything else.
▶
Αγαπώ να περνάω χρόνο με τους φίλους μου.
I love spending time with my friends.
▶
Αγαπώ το καλοκαίρι γιατί μου αρέσουν οι διακοπές.
I love summer because I enjoy vacations.