Definition
▶
αβεβαιότητα
avevaiotita
Η αβεβαιότητα είναι η κατάσταση κατά την οποία δεν υπάρχει σαφής γνώση ή πρόβλεψη για κάτι.
Uncertainty is the state in which there is no clear knowledge or prediction about something.
▶
Η αβεβαιότητα για το μέλλον μας ανησυχεί όλους.
The uncertainty about our future worries us all.
▶
Η αβεβαιότητα στην οικονομία επηρεάζει τις αποφάσεις των επενδυτών.
The uncertainty in the economy affects investors' decisions.
▶
Η αβεβαιότητα των καιρικών συνθηκών μπορεί να καταστρέψει τα σχέδια μας.
The uncertainty of weather conditions can ruin our plans.