Definition
▶
οδηγώ
odigó
Οδηγώ σημαίνει καθοδηγώ κάποιον ή κάτι σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση ή διαδρομή.
To guide means to lead someone or something in a specific direction or path.
▶
Οδήγησα τους τουρίστες στο μουσείο της πόλης.
I guided the tourists to the city's museum.
▶
Η δασκάλα οδηγεί τους μαθητές στην επίλυση των προβλημάτων.
The teacher guides the students in solving the problems.
▶
Ο πατέρας μου με οδήγησε στο πρώτο μου μάθημα οδήγησης.
My father guided me to my first driving lesson.