Definition
▶
πολυπλοκότητα
poliplokótita
Η πολυπλοκότητα είναι η κατάσταση ή η ποιότητα του να είναι κάτι πολύπλοκο και δύσκολο να κατανοηθεί ή να αναλυθεί.
Complexity is the state or quality of being intricate and difficult to understand or analyze.
▶
Η πολυπλοκότητα του προβλήματος απαιτεί πολλαπλές προσεγγίσεις για να λυθεί.
The complexity of the problem requires multiple approaches to solve it.
▶
Στην επιστήμη, η πολυπλοκότητα των συστημάτων μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτα αποτελέσματα.
In science, the complexity of systems can lead to unpredictable outcomes.
▶
Η πολυπλοκότητα της γλώσσας μπορεί να είναι αποθαρρυντική για τους αρχάριους μαθητές.
The complexity of the language can be discouraging for beginner learners.