Definition
▶
αύριο
ávrio
Η λέξη 'αύριο' αναφέρεται στην ημέρα που έρχεται μετά από σήμερα.
The word 'αύριο' refers to the day that comes after today.
▶
Αύριο θα πάμε για μια βόλτα στο πάρκο.
Tomorrow we will go for a walk in the park.
▶
Έχω ραντεβού αύριο το πρωί.
I have an appointment tomorrow morning.
▶
Αύριο είναι μια νέα μέρα γεμάτη ευκαιρίες.
Tomorrow is a new day full of opportunities.