Definition
▶
χάπια
chápia
Χάπια είναι μικρές στρογγυλές ή οβάλ μορφές φαρμάκων που λαμβάνονται από το στόμα για τη θεραπεία διάφορων ασθενειών.
Pills are small round or oval forms of medicine taken orally to treat various illnesses.
▶
Ο γιατρός μου έδωσε χάπια για τον πονοκέφαλο.
My doctor gave me pills for my headache.
▶
Πρέπει να πάρω δύο χάπια κάθε μέρα.
I need to take two pills every day.
▶
Τα χάπια που πήρα με βοήθησαν να νιώθω καλύτερα.
The pills I took helped me feel better.