Definition
▶
εξερευνώ
exerevná
Η διαδικασία κατά την οποία αναζητούμε και αποκαλύπτουμε άγνωστες περιοχές ή πληροφορίες.
The process of seeking out and uncovering unknown areas or information.
▶
Αποφάσισα να εξερευνώ τις ομορφιές της Ελλάδας.
I decided to explore the beauties of Greece.
▶
Η ομάδα των επιστημόνων εξερευνά τον βυθό του ωκεανού.
The team of scientists is exploring the ocean floor.
▶
Τα παιδιά εξερευνώντας το δάσος ανακάλυψαν πολλά ενδιαφέροντα φυτά.
The children, exploring the forest, discovered many interesting plants.