Definition
▶
αναντίρρητα
anantírrita
Αναφέρεται σε κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ή να διαφωνηθεί.
Refers to something that cannot be disputed or disagreed upon.
▶
Η επιτυχία του έργου είναι αναντίρρητα σημαντική για την εταιρεία.
The success of the project is indisputably important for the company.
▶
Αναντίρρητα, η υγεία είναι το πιο πολύτιμο αγαθό.
Indisputably, health is the most valuable asset.
▶
Η γνώμη του ειδικού είναι αναντίρρητα αξιόπιστη.
The expert's opinion is indisputably reliable.