Definition
▶
δυσκολία
dyskolía
Η δυσκολία είναι η κατάσταση ή η εμπειρία που προκαλεί πρόβλημα ή εμπόδιο στην εκτέλεση μιας δραστηριότητας.
Difficulty is the state or experience that causes a problem or obstacle in performing an activity.
▶
Ένιωσα δυσκολία να ολοκληρώσω την εργασία μου.
I felt difficulty in completing my assignment.
▶
Η δυσκολία της εξέτασης ήταν μεγαλύτερη από ό,τι περίμενα.
The difficulty of the exam was greater than I expected.
▶
Αυτή η συνταγή έχει αρκετές δυσκολίες για αρχάριους.
This recipe has several difficulties for beginners.