Definition
▶
προκαλώ
prokalo
Η λέξη 'προκαλώ' σημαίνει να δημιουργήσω ή να φέρω κάτι, συχνά με αναφορά σε γεγονότα ή καταστάσεις.
The word 'προκαλώ' means to create or bring about something, often referring to events or situations.
▶
Η καταιγίδα προκάλεσε πολλές ζημιές στην πόλη.
The storm caused a lot of damage in the city.
▶
Η νέα πολιτική μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στην εκπαίδευση.
The new policy may cause changes in education.
▶
Ο θόρυβος από τα έργα προκαλεί ανησυχία στους κατοίκους.
The noise from the construction causes concern among the residents.