Definition
▶
γοητευτικός
goiteftikos
Ο όρος 'γοητευτικός' αναφέρεται σε κάτι ή κάποιον που έχει την ικανότητα να γοητεύει ή να ελκύει τους άλλους με την προσωπικότητα ή την εμφάνισή του.
The term 'charming' refers to something or someone that has the ability to enchant or attract others with their personality or appearance.
▶
Η νέα διευθύντρια είναι πολύ γοητευτική και όλοι την αγαπούν.
The new manager is very charming and everyone loves her.
▶
Το μικρό χωριό έχει γοητευτικά τοπία που μαγεύουν τους επισκέπτες.
The small village has charming landscapes that enchant visitors.
▶
Ο άντρας που γνώρισα χθες ήταν εξαιρετικά γοητευτικός.
The man I met yesterday was extremely charming.