Definition
▶
μάλλον
mallon
Το 'μάλλον' σημαίνει ότι κάτι είναι πιο πιθανό ή προτιμότερο από κάτι άλλο.
'Mάλλον' means that something is more likely or preferable than something else.
▶
Μάλλον θα πάμε για καφέ αντί για τσάι.
We will probably go for coffee instead of tea.
▶
Αυτό το αυτοκίνητο είναι μάλλον πιο γρήγορο από το άλλο.
This car is rather faster than the other one.
▶
Μάλλον δεν θα μπορέσω να έρθω στην εκδήλωση.
I probably won't be able to come to the event.