Definition
▶
ενίσχυση
eníschysi
Η ενίσχυση είναι η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της υποστήριξης ή της αύξησης της δύναμης και της σταθερότητας ενός αντικειμένου ή μιας κατάστασης.
Reinforcement is the process or result of supporting or increasing the strength and stability of an object or a situation.
▶
Η ενίσχυση της δομής του κτιρίου είναι απαραίτητη για να αντέξει τους σεισμούς.
The reinforcement of the building's structure is necessary to withstand earthquakes.
▶
Η ενίσχυση των στρατευμάτων στην περιοχή βοήθησε στην αποκατάσταση της τάξης.
The reinforcement of troops in the area helped restore order.
▶
Η ενίσχυση του εδάφους πριν από την κατασκευή είναι σημαντική για την ασφάλεια του έργου.
The reinforcement of the soil before construction is important for the safety of the project.