Definition
▶
απαραίτητος
aparaítitos
Ο όρος "απαραίτητος" αναφέρεται σε κάτι που είναι αναγκαίο ή υποχρεωτικό για την επίτευξη ενός σκοπού ή την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας.
The term "necessary" refers to something that is essential or required to achieve a purpose or complete a process.
▶
Η άδεια είναι απαραίτητος προϋπόθεση για να μπορέσετε να οδηγήσετε.
The license is a necessary requirement for you to be able to drive.
▶
Είναι απαραίτητος να φέρετε μαζί σας τα έγγραφα στην συνάντηση.
It is necessary to bring your documents to the meeting.
▶
Η εκπαίδευση είναι απαραίτητος παράγοντας για την επαγγελματική ανάπτυξη.
Education is a necessary factor for professional development.