Definition
▶
τυχαίος
tychaíos
Ο όρος 'τυχαίος' αναφέρεται σε κάτι που συμβαίνει χωρίς προγραμματισμό ή πρόβλεψη, με βάση την τύχη ή την απροσδιοριστία.
The term 'random' refers to something that occurs without planning or prediction, based on chance or unpredictability.
▶
Επέλεξα τυχαίος αριθμούς για το λόττο.
I chose random numbers for the lottery.
▶
Η έρευνα χρησιμοποίησε τυχαίος δείγμα για τις μετρήσεις.
The study used a random sample for the measurements.
▶
Συναντήσαμε τυχαίος ανθρώπους στο πάρκο σήμερα.
We met random people in the park today.