Definition
▶
σπίτι
spíti
Ο όρος 'σπίτι' αναφέρεται σε έναν χώρο που χρησιμοποιείται ως τόπος κατοικίας και ασφάλειας.
The term 'home' refers to a space that is used as a place of residence and safety.
▶
Το σπίτι μου είναι γεμάτο αγάπη και θαλπωρή.
My home is filled with love and warmth.
▶
Αύριο θα επιστρέψω στο σπίτι μετά από τις διακοπές.
Tomorrow I will return home after the holidays.
▶
Είναι σημαντικό να νιώθεις άνετα στο σπίτι σου.
It is important to feel comfortable in your home.