Definition
▶
Σάββατο
Sávvato
Η ημέρα Σάββατο είναι η έκτη ημέρα της εβδομάδας, που συνήθως θεωρείται ημέρα ανάπαυσης και λατρείας.
Saturday is the sixth day of the week, typically regarded as a day of rest and worship.
▶
Το Σάββατο πηγαίνουμε πάντα για ψώνια.
On Saturday, we always go shopping.
▶
Αύριο είναι Σάββατο και θα ξεκουραστώ.
Tomorrow is Saturday and I will rest.
▶
Στις περισσότερες χώρες, το Σάββατο είναι ημέρα αργίας.
In most countries, Saturday is a day off.