Definition
▶
αναπτύσσω
anaptyssó
Η αναπτύσσω σημαίνει την διαδικασία της ανάπτυξης ή προόδου κάποιου πράγματος, ιδέας ή ικανότητας.
To develop means the process of growth or advancement of something, an idea, or a skill.
▶
Η εταιρεία αναπτύσσει νέα προϊόντα κάθε χρόνο.
The company develops new products every year.
▶
Πρέπει να αναπτύξουμε τις ικανότητές μας για να πετύχουμε.
We need to develop our skills in order to succeed.
▶
Η κυβέρνηση προσπαθεί να αναπτύξει την οικονομία της χώρας.
The government is trying to develop the country's economy.