Definition
▶
αυτονομία
aftonomía
Η αυτονομία είναι η ικανότητα ενός ατόμου ή μιας ομάδας να λαμβάνει αποφάσεις και να ενεργεί ανεξάρτητα, χωρίς εξωτερική επιρροή ή έλεγχο.
Autonomy is the ability of an individual or a group to make decisions and act independently, without external influence or control.
▶
Η αυτονομία των κρατών είναι βασική για τη διατήρηση της ειρήνης.
The autonomy of states is essential for maintaining peace.
▶
Η αυτονομία του σχολείου τους επιτρέπει να εφαρμόζουν διαφορετικά εκπαιδευτικά προγράμματα.
The autonomy of the school allows them to implement different educational programs.
▶
Η προσωπική αυτονομία είναι σημαντική για την ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης.
Personal autonomy is important for the development of self-confidence.