Definition
▶
αδελφή
adelfí
Μια γυναίκα που έχει τους ίδιους γονείς με κάποιον άλλο.
A woman who shares the same parents with someone else.
▶
Η αδελφή μου είναι μεγαλύτερη από μένα.
My sister is older than me.
▶
Έχω δύο αδελφές και έναν αδελφό.
I have two sisters and one brother.
▶
Η αδελφή σου είναι πολύ καλή μαθήτρια.
Your sister is a very good student.