Definition
▶
Δώδεκα
Dodeka
Ο αριθμός που ακολουθεί το έντεκα και προηγείται του δεκατρία.
The number that follows eleven and precedes thirteen.
▶
Σήμερα είναι η δωδέκατη ημέρα του μήνα.
Today is the twelfth day of the month.
▶
Δώδεκα μήλα είναι αρκετά για να γεμίσουν το καλάθι.
Twelve apples are enough to fill the basket.
▶
Στην τάξη μας υπάρχουν δώδεκα μαθητές.
In our class, there are twelve students.