Definition
▶
υπομονή
ypomoní
Η υπομονή είναι η ικανότητα να αναμένεις με ηρεμία και χωρίς παράπονα, ειδικά σε δύσκολες καταστάσεις.
Patience is the ability to wait calmly and without complaint, especially in difficult situations.
▶
Η υπομονή είναι αρετή που χρειάζεται σε κάθε σχέση.
Patience is a virtue that is needed in every relationship.
▶
Πρέπει να δείξεις υπομονή όταν μαθαίνεις μια νέα γλώσσα.
You must show patience when learning a new language.
▶
Η υπομονή του τον βοήθησε να ξεπεράσει πολλές δυσκολίες.
His patience helped him overcome many difficulties.