Definition
▶
παραδόξως
Το 'παραδόξως' σημαίνει με τρόπο που είναι ασυνήθιστος ή παράξενος, προκαλώντας εντύπωση.
The word 'παραδόξως' means in a way that is unusual or strange, causing an impression.
▶
Παραδόξως, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν παρατήρησαν την αλλαγή.
Quaintly, most people did not notice the change.
▶
Η ταινία είχε παραδόξως καλή υποδοχή από το κοινό.
Quaintly, the movie received a surprisingly good reception from the audience.
▶
Το βιβλίο τελείωσε παραδόξως με μια ανατροπή.
Quaintly, the book ended with a twist.