Definition
▶
στιγμή
stigmí
Η στιγμή είναι ένα μικρό σημείο ή ένδειξη στον χρόνο ή στο χώρο.
The dot is a small point or indication in time or space.
▶
Στο χαρτί, έβαλα μια στιγμή για να δείξω τη θέση που πρέπει να τρυπήσω.
On the paper, I put a dot to indicate the position I need to punch.
▶
Η στιγμή που έγραψα το όνομά μου ήταν πολύ σημαντική για μένα.
The dot where I wrote my name was very important to me.
▶
Στον υπολογιστή, η στιγμή χρησιμοποιείται για να δείξει το τέλος μιας πρότασης.
On the computer, the dot is used to indicate the end of a sentence.