Definition
▶
ενοικίαση
Η ενοικίαση είναι η διαδικασία με την οποία κάποιος νοικιάζει ένα ακίνητο ή χώρο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνήθως με αντάλλαγμα ένα χρηματικό ποσό.
Tenancy is the process by which someone rents a property or space for a specific period, usually in exchange for a monetary amount.
▶
Η ενοικίαση του διαμερίσματος ξεκίνησε τον περασμένο μήνα.
The tenancy of the apartment started last month.
▶
Πρέπει να υπογράψω τη σύμβαση ενοικίασης πριν μετακομίσω.
I need to sign the tenancy agreement before I move in.
▶
Η ενοικίαση ενός σπιτιού μπορεί να είναι πιο συμφέρουσα από την αγορά.
Renting a house can be more cost-effective than buying.